Περιγραφή
Ο άνθρωπος μαγευόταν πάντοτε από κάθε είδους στολίδι που μπορούσε να φορέσει ως κόσμημα ή/κι ως φυλαχτό. Αρχής γενομένης από την Εποχή του Λίθου (40.000 χρόνια πριν), όταν ξεκίνησε να δημιουργεί δειλά τα πρώτα του περιδέραια και δαχτυλίδια από ανεπεξέργαστα υλικά που έβρισκε σε αφθονία στη φύση, όπως όστρακα, κοχύλια, δόντια-σπονδύλους-κόκαλα ζώων ή/και ψαριών, πέτρες, καρπούς κι ό,τι άλλο του προκαλούσε εντύπωση, δένοντάς τα με φυτικές ίνες, ελλείψει άλλου συνδετικού μέσου.
Με την ανακάλυψη της φωτιάς και διαφόρων εργαλείων, στα υλικά δημιουργίας άρχισαν να εντάσσονται λειασμένοι λίθοι, πήλινες ή χρωματιστές κατασκευές κι αργότερα μέταλλα -όπως χαλκός και χρυσός-, ποικίλα ορυκτά, πολύτιμα πετράδια, αλλά και να γίνεται πιο περίτεχνη η επεξεργασία κι η εγχάραξή τους.
Με την πάροδο των αιώνων επήλθε κι εξέλιξή τους. Στα πρώιμα φυλαχτά-περιδέραια προστέθηκαν τα μενταγιόν και τα cameo, τα δακτυλίδια έγιναν -πέρα από κόσμημα- χαρακτηριστικά κληρονομιάς, όπως όσα έφεραν θυρεό ή σφραγίδα- και φυσικά ένδειξη αιώνιας αγάπης και δέσμευσης -βέρες-, ξεκίνησαν να κατασκευάζονται σκουλαρίκια, βραχιόλια, καρφίτσες, περικάρπια.
Ο σκοπός της κατασκευής τους, πέρα από τον καλλωπισμό του φέροντα, ήταν να δείξει τη θέση του στην εκάστοτε κοινωνία, να προσελκύσει το αντίθετο φύλο, να χαρίσει ένα όμορφο δώρο στο ταίρι του, να κάνει μια προσφορά εξευμενισμού στους θεούς του, να τα χρησιμοποιήσει ως κίνηση συμφιλίωσης ή/κι υποταγής στους ευγενείς μιας αντίπαλης φυλής.
Όσον αφορά τις καρφίτσες δεν ήταν μόνο διακοσμητικές, αλλά και χρηστικές, αφού κατείχαν τη θέση του σημερινού κουμπιού για να στερεώνουν τα ρούχα – όπως συνέβαινε και με τις πόρπες. Ξεκίνησαν να κατασκευάζονται από την Εποχή του Χαλκού και χρησιμοποιήθηκαν ευρέως σε Ευρώπη και Μεσοποταμία. Περόνη για τους αρχαίους Έλληνες και διεθνώς γνωστή ως fibula από το ρωμαϊκό κούμπωμα για τον χιτώνα, το οποίο έμοιαζε με την παραμάνα, η καρφίτσα ήταν και παραμένει ένα ιδιαίτερο αξεσουάρ στην ενδυμασία του ανθρώπου ανά τους αιώνες.





Αξιολογήσεις
Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.